Ολοκληρώθηκε στο Μεσολόγγι ένα διεθνές επιστημονικό συνέδριο αφιερωμένο στα 200 χρόνια από την Έξοδο, με τη συμμετοχή δεκάδων πανεπιστημιακών και ερευνητών και με την παρουσία, μεταξύ άλλων, των Πρυτάνεων του ΕΚΠΑ και του Πανεπιστημίου Πατρών.
Κι όμως, η παρουσία του κοινού δεν ήταν ανάλογη ούτε με το επίπεδο ούτε με τη σημασία της διοργάνωσης. Και δεν επρόκειτο μόνο για την εναρκτήρια εκδήλωση. Η περιορισμένη συμμετοχή ήταν εμφανής και κατά τις επόμενες ημέρες των εργασιών του συνεδρίου.
Το γεγονός δεν πέρασε απαρατήρητο ούτε από τους ίδιους τους συμμετέχοντες. Ο Παντελής Μπουκάλας, μιλώντας στο MessolonghiNews, εξέφρασε την απογοήτευσή του για τη μικρή συμμετοχή του κοινού, επισημαίνοντας παράλληλα, ότι δεν υπήρξε η επικοινωνιακή προβολή που θα άρμοζε σε ένα συνέδριο τέτοιας εμβέλειας.
Και κάπου εδώ, προκύπτει ένα ερώτημα που ίσως αξίζει περισσότερο, από μια απλή καταγραφή της χαμηλής προσέλευσης.
Κάθε χρόνο, όταν πλησιάζουν οι Εορτές Εξόδου, στην πόλη αναπτύσσεται ένας ιδιότυπος διαγκωνισμός. Ποιος σύλλογος θα συμμετάσχει στην πομπή, σε ποια θέση θα παρελάσει, ποιος θα βρεθεί πιο κοντά στην Εικόνα. Η συμμετοχή είναι μαζική και ασφαλώς αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της παράδοσης και της ιδιαίτερης ταυτότητας του Μεσολογγίου.
Όμως η τιμή στη μνήμη της Εξόδου δεν μπορεί να εξαντλείται στην πομπή, στις φορεσιές και στην παρουσία μας, κάθε Κυριακή των Βαΐων.
Ένα επιστημονικό συνέδριο για τα 200 χρόνια από την Έξοδο επιχειρεί κάτι βαθύτερο: να μας εξηγήσει, μέσα από την ιστορική έρευνα και τον τεκμηριωμένο επιστημονικό λόγο, τι ακριβώς συνέβη στο Μεσολόγγι, γιατί η θυσία των Ελεύθερων Πολιορκημένων απέκτησε οικουμενικές διαστάσεις και γιατί, δύο αιώνες αργότερα, εξακολουθούμε να τη μνημονεύουμε.
Με απλά λόγια, επιχειρεί να απαντήσει και στο ερώτημα: «Γιατί “παρελαύνουμε” των Βαΐων;»
Γι’ αυτό έχει ενδιαφέρον να αναρωτηθούμε: από τους τόσους πολιτιστικούς και ιστορικούς συλλόγους του Μεσολογγίου, με τα δεκάδες μέλη τους, πόσοι παρακολούθησαν έστω μία συνεδρία; Πόσο παρούσα ήταν η εκπαιδευτική κοινότητα; Πόσοι μαθητές, εκπαιδευτικοί και άνθρωποι που δραστηριοποιούνται γύρω από την ιστορία και τον πολιτισμό της πόλης αξιοποίησαν αυτή την ευκαιρία;
Δεν πρόκειται για επίρριψη ευθυνών, αλλά για κατάδειξη μιας λανθασμένης νοοτροπίας και ίσως αντίληψης.
Η επισήμανση του Παντελή Μπουκάλα για την ανεπαρκή επικοινωνιακή προβολή είναι σοβαρή και ασφαλώς αποτελεί μέρος της εξήγησης.
Όμως, με αφορμή τα 200 χρόνια, ίσως αξίζει να κάνουμε και μια μικρή συλλογική αυτοκριτική.
Γιατί από το «”παρελαύνουμε” για την Έξοδο» μέχρι το «γνωρίζουμε γιατί “παρελαύνουμε”» υπάρχει μια απόσταση.
Και αυτήν την απόσταση οφείλουμε, πρώτοι απ’ όλους εμείς οι Μεσολογγίτες, να τη διανύσουμε.
Και κατά την προσωπική μου εκτίμηση, κάποιες από τις απουσίες, μόνο τυχαίες δεν ήταν. Είχαν έντονο άρωμα μικροπολιτικής.
Αν όμως ακόμη και τα 200 χρόνια από την Έξοδο, τα μετράμε με το ποιος διοργανώνει, ποιος προσκαλεί και ποιος πιστώνεται μια εκδήλωση, τότε μάλλον δεν έχουμε καταλάβει, ούτε το μέγεθος της επετείου. ούτε το βάρος της ιστορικής παρακαταθήκης, που επικαλούμαστε τόσο εύκολα κάθε “Κυριακή των Βαΐων”.
Δημήτρης Μαλαβέτας
Υ.Γ.: Από την κριτική, βεβαίως, δεν μπορεί να εξαιρεθεί και ο Δήμος Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου. Για μια διοργάνωση τέτοιας επιστημονικής εμβέλειας και, κυρίως, τέτοιου συμβολισμού για την πόλη, δεν υπήρξε η επικοινωνιακή κινητοποίηση που θα ανέμενε κανείς.
Ένα συνέδριο για τα 200 χρόνια από την Έξοδο δεν αρκεί να περιλαμβάνεται στο επετειακό πρόγραμμα,· χρειάζεται να φτάσει, εγκαίρως, στην κοινωνία, στα σχολεία, στους συλλόγους και στους φορείς, να εξηγηθεί η σημασία του και να δημιουργηθεί ενδιαφέρον συμμετοχής. Σε αυτό το επίπεδο, η προβολή από πλευράς Δήμου, αποδείχθηκε κατώτερη της σημασίας της διοργάνωσης.
Γιατί όταν ζητάμε από την κοινωνία να είναι παρούσα, πρέπει προηγουμένως να έχουμε κάνει, ό,τι χρειάζεται για να γνωρίζει πού, πότε και –κυρίως– γιατί αξίζει να είναι παρούσα.
