Η δημοσιογράφος της ΕΡΤ, Κάτια Αντωνιάδη, η μοναδική Ελληνίδα και μία από τους ελάχιστους δυτικούς ανταποκριτές που βρέθηκαν στο Ιράν μετά το ξέσπασμα του πολέμου, φιλοξενήθηκε στο «Rosa Talks» του Σπύροy Ραπανάκη, μεταφέροντας εικόνες, βιώματα και άγνωστες πτυχές από την καθημερινότητα των ανθρώπων στη χώρα.
Η συζήτηση, που δημοσιεύθηκε από το ROSA.gr, κινείται πέρα από τις συνήθεις γεωπολιτικές αναλύσεις και τα δυτικά στερεότυπα για το Ιράν, εστιάζοντας στην ανθρώπινη διάσταση ενός λαού που ζει στη σκιά του πολέμου, αλλά συνεχίζει να διεκδικεί κανονικότητα, αξιοπρέπεια και ελευθερία.

Από την Τεχεράνη έως τη Μινάμπ και τα Στενά του Ορμούζ, η Κάτια Αντωνιάδη περιγράφει ένα «πολύχρωμο, σύνθετο και συχνά δυσνόητο μωσαϊκό», μιλώντας για μια εμπειρία που – όπως η ίδια σημείωσε – την άλλαξε βαθιά πριν ακόμη επιστρέψει στην Ελλάδα.
«Οι δύο εβδομάδες στο Ιράν δεν ήταν απλώς δημοσιογραφικό στοίχημα, αλλά βαθιά εσωτερική μετακίνηση», έγραψε σε ανάρτησή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κάνοντας λόγο για «τα βλέμματα των ανθρώπων που ζουν στη σκιά του πολέμου, αλλά δεν παύουν να αγωνίζονται για όσα λαχταρούν».

Η δημοσιογράφος αναφέρθηκε επίσης στις ιστορίες που δεν πρόλαβαν να καταγραφούν και στις «αθόρυβες καθημερινές μάχες» που συχνά μένουν εκτός τηλεοπτικού κάδρου, ενώ ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη γενναιοδωρία και τη φιλοξενία των ανθρώπων που συνάντησε στο Ιράν.
Από την πλευρά του, ο Σπύρος Ραπανάκης χαρακτήρισε την αποστολή της ΕΡΤ στο Ιράν «μια νίκη του αυτονόητου», σημειώνοντας πως «σε έναν πόλεμο πρέπει να καταγράφεται η εικόνα από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές», υπογραμμίζοντας ότι διαφορετικά «δεν μιλάμε για δημοσιογραφία αλλά για πολεμική προπαγάνδα».

Ο ίδιος μίλησε με θερμά λόγια τόσο για τη δημοσιογραφική δουλειά της Κάτιας Αντωνιάδη όσο και για την προσωπικότητά της, χαρακτηρίζοντάς την «ένα από τα καλύτερα παιδιά στο ρεπορτάζ» και «εξαιρετική συνομιλήτρια».
Η συνέντευξη φωτίζει πλευρές του Ιράν που σπάνια φτάνουν στη δυτική δημόσια σφαίρα, δίνοντας έμφαση στην καθημερινότητα, τον πολιτισμό, τις αντιφάσεις αλλά και τη βαθιά ιστορική και πνευματική παρακαταθήκη της χώρας.
