Γράφει ο Γρηγόρης Θεοδωράκης*

 

Χιλιάδες μαθητές όλων των βαθμίδων εκπαίδευσης ετοιμάζονται για την επιστροφή στα σχολεία.  Όπως δήλωσε πριν λίγες μέρες  η υπουργός Παιδείας, αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα της κυβέρνησης η δια ζώσης λειτουργία των σχολείων και των υπολοίπων εκπαιδευτικών δομών.  Η κ. Κεραμέως δήλωσε πως η απάντηση στο οριζόντιο κλείσιμο των σχολείων είναι αρνητική.

 

Προφανώς αποτελεί ευχή όλων η κανονική λειτουργία των σχολείων και κανείς δεν ζητά να μείνουν κλειστά. Τα δύο τελευταία χρόνια με το κλείσιμό τους για μεγάλα διαστήματα και κυρίως, με τις εναλλαγές μεταξύ δια ζώσης εκπαίδευσης και τηλεκπαίδευσης, υπήρξαν εμφανείς  επιπτώσεις τόσο στο επίπεδο της μαθησιακής διαδικασίας όσο και στη διαδικασία κοινωνικοποίησης  των παιδιών. Είναι όμως εφικτή η ομαλή λειτουργία των σχολικών μονάδων ή θα οδηγηθούμε ξανά στο γνωστό σενάριο του άνοιξε – κλείσε;  Διασφαλίζεται η προστασία της υγείας των μαθητών, των εκπαιδευτικών και συνακόλουθα των μελών των οικογενειών τους;  Έχουν πραγματικό έρεισμα οι προσδοκίες της υπουργού ή θα αποδειχθούν φρούδες ελπίδες; Ας δούμε τα πραγματικά δεδομένα.

 

Το τελευταίο διάστημα, σε ημερήσια βάση, ο αριθμός των νέων κρουσμάτων covid 19 υπερβαίνει σταθερά τα 2.000, ο αριθμός των διασωληνωμένων τους 370, ενώ δεκάδες  συμπολίτες μας πεθαίνουν. Οι εκτιμήσεις των ειδικών μιλούν για κίνδυνο περαιτέρω αύξησης των κρουσμάτων απόρροια της επιστροφής των εξοδούχων στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ακόμη, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτουν όλοι οι ειδικοί, η κυρίαρχη μετάλλαξη Δ είναι πολύ πιο μεταδοτική και μεταδίδεται εύκολα ακόμη και στα παιδιά.  Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ο αριθμός των εμβολιασμένων μαθητών κινείται σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα

 

Ποιες πρόνοιες έχουν ληφθεί από την κυβέρνηση για το άνοιγμα των σχολείων; Προφανώς είναι ρητορικό το ερώτημα και επίσης προφανώς κανείς δεν παίρνει στα σοβαρά τα «παγουρίνο» που μοίραζε πέρσι το υπουργείο ως μέσο αντιμετώπισης της πανδημίας. Η απάντηση είναι γνωστή: Απολύτως καμία. Δυστυχώς τα σχολεία ανοίγουν ακριβώς με τους ίδιους όρους που έκλεισαν. Αναμφισβήτητα δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Όμως οι έκτακτες συνθήκες απαιτούν ευρηματικότητα, αποφασιστικότητα και κυρίως ισχυρή πολιτική βούληση. Επί δύο χρόνια το υπουργείο δεν κατέβαλε καμία προσπάθεια για την  μείωση των μαθητών στις τάξεις ώστε να αποφεύγονται τα φαινόμενα ακραίου συγχρωτισμού. Η κυβέρνηση δεν επέδειξε καμία διάθεση εξεύρεσης διαθέσιμων κτηρίων για συμπληρωματικές αίθουσες διδασκαλίας. Δεν επέδειξε καμία πρόνοια για πρόσληψη επιπλέον καθηγητών, έστω και αναπληρωτών  από τις σχετικές λίστες κατάταξης. Δεν επέδειξε κανένα ενδιαφέρον για υιοθέτηση μοντέλων εναλλασσόμενων ωραρίων λειτουργίας όπου αυτό ήταν εφικτό. Δεν έδωσε βιώσιμη λύση στο θέμα των σχολικών καθαριστριών. Δεν έδωσε τη δυνατότητα διεξαγωγής μαζικών, αξιόπιστων διαγνωστικών τεστ στους μαθητές υπό τη ευθύνη του ΕΟΔΥ.  Η κυβέρνηση ακόμη και εν μέσω πανδημίας δεν δείχνει καμία διάθεση να αναστείλει τις αποφάσεις της για καταργήσεις και συγχωνεύσεις σχολείων. Και είναι ζήτημα αν υπάρχει άλλη χώρα στον πλανήτη που εν μέσω πανδημίας αύξησε τους μαθητές ανά τάξη. Αυτά συμβαίνουν, ενώ λίγο πριν το άνοιγμα των σχολείων οι ειδικοί τονίζουν ότι είναι βέβαιη η αύξηση των κρουσμάτων και το σενάριο «κλειστά σχολεία» είναι θέλοντας και μη στο τραπέζι.

 

Εύλογα μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η  υλοποίηση κάποιων από τις παραπάνω προτάσεις θα προκαλούσε σημαντική επιβάρυνση στον κρατικό προϋπολογισμό. Ας αναλογιστούμε όμως, ότι η κυβέρνηση δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα να μοιράσει εκατομμύρια στα ΜΜΕ με πλήρη αδιαφάνεια. Δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα να επιτρέψει μέσω διαδοχικών νομοθετικών ρυθμίσεων έναν καταιγισμό απευθείας αναθέσεων και χρηματοδοτήσεων σε όλο το δημόσιο τομέα, χωρίς κανένα εχέγγυο διαφάνειας και αντικειμενικότητας. Δεν είχε καμία δυσκολία να στηρίξει οικονομικά ισχυρούς επιχειρηματικούς ομίλους που επλήγησαν από την πανδημία. Στα μόνα ζητήματα στα οποία αποδείχτηκε φειδωλή  η κυβέρνηση ήταν στη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης ώστε να διασφαλιστεί η όσο το δυνατόν  ασφαλέστερη λειτουργία των σχολείων και στην ουσιαστική ενίσχυση του ΕΣΥ. Το πλέον εξοργιστικό δεν είναι ότι δεν έκανε απολύτως τίποτα στο θέμα των σχολείων, αλλά το γεγονός ότι αρνήθηκε οποιαδήποτε συζήτηση. Όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης, επιστημονικοί και κοινωνικοί φορείς θέτουν επιτακτικά το ζήτημα και η κυβέρνηση τους αγνοεί επιδεικτικά.

 

Είναι προφανές ότι στην πολιτική ιεράρχηση της κυβέρνησης, η ασφαλής λειτουργία των σχολείων βρίσκεται στο τέλος της σχετικής κατάταξης. Απολύτως συνειδητά η  κυβέρνηση ανοίγει τα σχολεία χωρίς προετοιμασία, χωρίς  σχέδιο. Και αν το πρόβλημα είναι γενικό και αφορά στους πάντες, σε κάποιες περιπτώσεις η κατάσταση θα είναι εκρηκτική. Πολλοί μαθητές της ιστορικής Παλαμαϊκής Σχολής Μεσολογγίου (η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών του 1ου Γυμνασίου αλλά και αρκετοί του 1ου Λυκείου) θα στοιβαχτούν  εν μέσω πανδημίας  στις προφανώς ακατάλληλες προκατασκευασμένες αίθουσες (τα γνωστά «τολ») για να κάνουν μάθημα. Το ίδιο φαινόμενο θα έχουμε και σε πολλά ακόμη σχολεία της περιοχής αλλά και σε όλη τη χώρα. Ο συνωστισμός 25 ή 27 παιδιών σε αίθουσες που δεν πληρούν στοιχειώδεις συνθήκες υγιεινής αποτελεί ωρολογιακή βόμβα στη λειτουργία των σχολείων και, κατ’ επέκταση, στις οικογένειες και σε όλη την κοινωνία.

 

Δεν χωρά αμφιβολία: Η προκλητική αδιαφορία της υπουργού Παιδείας απέναντι στην αγωνία χιλιάδων παιδιών, γονιών και εκπαιδευτικών και η διαρκής άρνηση συνολικά της κυβέρνησης για την εκπόνηση ενός εθνικού σχεδίου εκτάκτου ανάγκης για την ασφαλή λειτουργία των σχολείων αποτελεί μέγιστη απαξίωση για τη νέα γενιά και τελικά ύβρι  προς ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.

 


*Ο Γρηγόρης Θεοδωράκης είναι συνεργάτης  του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Α. Τσίπρα και πρώην Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Διοικητικής Ανασυγκρότησης.