Η ζωή, η περίφημη «Απολογία» και το μαρτύριο μιας σημαντικής μορφής των πρώτων χριστιανικών χρόνων
Της Φωτεινής Τσιτσώνη – Καβάγια
Πολλές είναι οι αγιασμένες μορφές που λάμπρυναν το πνευματικό στερέωμα του «κλεινού άστεως», της περιώνυμης πόλης των Αθηνών, στην οποία, μετά από την άφιξη του Αποστόλου των Εθνών, Παύλου, το 51 μ.Χ., κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιοδείας του, προερχομένου από την πόλη της Βέροιας, τέθηκαν οι βάσεις για μια νέα περίοδο, περί του «Αγνώστου Θεού».
Στην «κατείδωλον πόλιν» έπεσε τότε ο σπόρος της χριστιανικής πίστης, ρίζωσε και δημιουργήθηκε η πρώτη χριστιανική κοινότητα, η οποία ανέδειξε Επισκόπους, Μάρτυρες, Ομολογητές και Οσίους, που κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες αγωνίστηκαν για τη διάδοση και την εδραίωση του Χριστιανισμού.
Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και ο Άγιος Αριστείδης, ο επιφανής Αθηναίος φιλόσοφος και μάρτυρας, που έμεινε γνωστός από την περίφημη «Απολογία» του υπέρ των διωκόμενων Χριστιανών.
Ο Αθηναίος φιλόσοφος
Ο Άγιος Αριστείδης γεννήθηκε στην Αθήνα τον 2ο αιώνα μ.Χ. Επιφανής φιλόσοφος, σπούδασε φιλοσοφία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, ενώ καλλιεργήθηκε στην πίστη στον Ένα και αληθινό Θεό και στην ευσέβεια από τους δύο επιφανείς Επισκόπους των Αθηνών, Άγιο Ιερόθεο και Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη.
Βαπτίστηκε και φωτίστηκε τόσο πολύ από αυτούς, ώστε αναδείχθηκε σε ένθερμο υπερασπιστή της πίστης, με πολύτιμη συμβολή στην εδραίωση και διάδοση του Χριστιανισμού.
Στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ. επισκέφθηκε την Αθήνα ο αυτοκράτορας της Ρώμης Αδριανός (117–138), λάτρης της κλασικής αρχαιότητας. Αναβίωσε τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, που είχε χάσει τότε την παλαιά του αίγλη, και κόσμησε την Αθήνα με σημαντικά έργα, όπως τη Βιβλιοθήκη του Αδριανού, την ολοκλήρωση του Ναού του Ολυμπίου Διός, την Πύλη του Αδριανού και το Υδραγωγείο.
Την ίδια περίοδο, όμως, οι Χριστιανοί εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν διώξεις, τόσο στη Ρώμη όσο και στις επαρχίες όπου είχαν δημιουργηθεί οι πρώτες χριστιανικές κοινότητες.
Ο φιλόσοφος Αριστείδης ήταν βαθιά συγκινημένος από το εξαίρετο ήθος των Χριστιανών και δεν μπορούσε να ανεχθεί το γεγονός ότι διώκονταν ως κακούργοι, φυλακίζονταν και θανατώνονταν εξαιτίας της πίστης τους στον Χριστό.
Η περίφημη «Απολογία»
Με το εξαίρετο συγγραφικό του χάρισμα έγραψε την περίφημη Απολογία «περί Θεοσεβείας», από τη μελέτη της οποίας διαπιστώνεται ότι υπήρξε βαθύς γνώστης της Αγίας Γραφής, των χριστιανικών αληθειών, αλλά και των φιλοσοφικών ρευμάτων της εποχής του.
Στο περίφημο αυτό σύγγραμμά του, ο σοφός Αριστείδης κάνει λόγο για την πίστη και τον τρόπο ζωής των Βαρβάρων, των Ειδωλολατρών, των Ιουδαίων και των Χριστιανών και επιχειρεί να καταδείξει την υπεροχή της χριστιανικής πίστης έναντι των υπολοίπων θρησκευτικών αντιλήψεων της εποχής.
Με την «Απολογία» του αναφέρεται στον Μονοθεϊσμό μέσα από την τάξη και την αρμονία του σύμπαντος κόσμου, ενώ κατηγοριοποιεί τους ανθρώπους σε τέσσερις ομάδες: τους Βαρβάρους, τους Έλληνες, τους Ιουδαίους και τους Χριστιανούς.
Εξυμνεί ιδιαίτερα τον τρόπο ζωής των Χριστιανών. Για τον Αριστείδη αποτελούν το νέο γένος που γνώρισε τον αληθινό Θεό μέσω του Ιησού Χριστού. Δεν ψευδομαρτυρούν, βοηθούν τους φτωχούς, τις χήρες και τα ορφανά, αγαπούν τον πλησίον τους και θεωρούν τους εαυτούς τους αδελφούς κατά πνεύμα.
Για όλους αυτούς τους λόγους προτείνει στον αυτοκράτορα τη διακοπή των διωγμών εναντίον των Χριστιανών και περιγράφει με ιδιαίτερη έμφαση την αλληλεγγύη, τη σεμνότητα, την ειλικρίνεια και την αγάπη που χαρακτήριζαν τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες.
Δεν παραλείπει, μάλιστα, να προτρέψει με θάρρος και παρρησία τον αυτοκράτορα να μελετήσει την Αγία Γραφή, προκειμένου να διαπιστώσει την αλήθεια των όσων γράφει, ενώ τον παρακαλεί να επιτρέψει τη μελέτη της και σε όσους το επιθυμούν.
Για πολλά χρόνια η «Απολογία» του Αγίου θεωρούνταν χαμένη. Το 1889, όμως, βρέθηκε στο Όρος Σινά η πλήρης συριακή μετάφρασή της.
Το πνευματικό καταφύγιο στον Λυκαβηττό
Στη συνέχεια, επιδιώκοντας να ενισχυθεί και να στερεωθεί περισσότερο στην πίστη του, ο Άγιος Αριστείδης αναζήτησε έναν ήσυχο και απομονωμένο τόπο για την πνευματική του άσκηση.
Βρήκε το καταφύγιό του στον λόφο του Λυκαβηττού, σε ένα σπήλαιο που σώζεται μέχρι σήμερα, κοντά στον Ναό των Αγίων Ισιδώρων, όπου κάθε χρόνο, στις 13 Σεπτεμβρίου, τιμάται η μνήμη του.
Το μαρτύριο του Αγίου Αριστείδη
Ο διαρκής αγώνας του Αγίου υπέρ των διωκόμενων Χριστιανών προκάλεσε την αντίδραση της ρωμαϊκής εξουσίας. Κλήθηκε στη Ρώμη για να απολογηθεί και στη συνέχεια επέστρεψε στην Αθήνα, όπου εξακολούθησε να κηρύττει τον Χριστό, παρά τα βασανιστήρια στα οποία υποβαλλόταν από τους διώκτες του.
Τελικά οδηγήθηκε στην κοίλη της Αγοράς των Αθηνών, όπου υπέστη μαρτυρικό θάνατο διά απαγχονισμού, στις 13 Σεπτεμβρίου του 120 ή του 134 μ.Χ.
Έτσι, ο Άγιος Αριστείδης συναριθμήθηκε στους ομολογητές και μάρτυρες του Κυρίου.
Η ευσέβεια του ορθόδοξου ελληνικού λαού έχει αναγείρει ιερούς ναούς στο όνομά του στην Κρήτη, στη Σαντορίνη, στο Καρπενήσι και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, ενώ πολλοί αγιογράφοι έχουν ιστορήσει τη μορφή του Αγίου σε ναούς και μοναστήρια.
Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Φώτης Κόντογλου, ο οποίος τον έχει ιστορήσει στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Νικολάου Βόλου. Στη συγκεκριμένη αγιογραφία ο Άγιος απεικονίζεται με λόγιο ένδυμα πάνω σε έναν από τους κεντρικούς πεσσούς του οικοδομήματος, ενώ στα χέρια του κρατά ειλητάριο, χαρακτηριστικό της ιδιότητάς του ως Αθηναίου φιλοσόφου και απολογητή του Χριστιανισμού.
Ο Άγιος Αριστείδης ο Αθηναίος, ο φιλόσοφος, απολογητής και μάρτυρας, ας καθοδηγεί και ας ενισχύει το αγωνιστικό φρόνημα και την πίστη και ημών σήμερα.

