Το κόστος παραγωγής στον πρωτογενή τομέα αποτελεί διαχρονικά το επίκεντρο κάθε συζήτησης για την επιβίωση της υπαίθρου. Συνήθως, όμως, η δημόσια αντιπαράθεση αναλώνεται στις τιμές των καυσίμων, των λιπασμάτων ή των ζωοτροφών.
Υπάρχει μια κρίσιμη παράμετρος που παραμένει συστηματικά στο ημίφως της πολιτικής επικαιρότητας, αν και αποτελεί τη «θηλιά» στο λαιμό του παραγωγού: τα τέλη άρδευσης.

Στην Αιτωλοακαρνανία, και ειδικότερα στην ευρύτερη περιοχή του Μεσολογγίου, το ζήτημα αυτό έχει μετατραπεί σε έναν από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες οικονομικής ασφυξίας. Οι ΤΟΕΒ της περιοχής λειτουργούν εδώ και χρόνια εγκλωβισμένοι σε έναν καταστροφικό, φαύλο κύκλο.
Τα συσσωρευμένα, δυσθεώρητα χρέη προς τη ΔΕΗ καθιστούν το ενεργειακό κόστος δυσβάσταχτο, ενώ η απουσία μιας ουσιαστικής, δομικής κρατικής παρέμβασης αφήνει ως μοναδική «διέξοδο» την επιβολή υπέρογκων τελών άρδευσης.
Έτσι, το βάρος μετακυλίεται αυτούσιο στις πλάτες του παραγωγού. Το αποτέλεσμα; Η ανταγωνιστικότητα των καλλιεργειών υπονομεύεται θανάσιμα και, σε πολλές περιπτώσεις, η ίδια η αγροτική δραστηριότητα καθίσταται πλέον ασύμφορη.
Εδώ, μάλιστα, αναδεικνύεται όλο το ελληνικό παράδοξο, ένα οξύμωρο σχήμα που προκαλεί πικρία: Την ώρα που οι αγρότες της Θεσσαλίας δίνουν μάχη επιβίωσης διαμαρτυρόμενοι για την έλλειψη νερού, οι συνάδελφοί τους στην Αιτωλοακαρνανία βιώνουν μια διαφορετική τραγωδία.

Εδώ, το νερό υπάρχει σε αφθονία, αλλά οι παραγωγοί καλούνται να το πληρώσουν «χρυσάφι». Είναι ο παραλογισμός του να «πνίγεσαι» οικονομικά δίπλα στις εκβολές του Αχελώου, επειδή το ενεργειακό κόστος μετατρέπει ένα φυσικό αγαθό σε απρόσιτο είδος πολυτελείας.
Κι όμως, η λύση δεν είναι θεωρητική· είναι μια ρεαλιστική και απολύτως εφαρμόσιμη διέξοδος που παραμένει στα χαρτιά. Από το 2021 εκκρεμεί η κατασκευή του φωτοβολταϊκού πάρκου, ενός έργου πνοής που θα μπορούσε να μειώσει δραστικά το ενεργειακό κόστος των ΤΟΕΒ και, κατ’ επέκταση, να ανακουφίσει τους αγρότες από τα υπέρογκα τέλη.
Πρόκειται για ένα έργο με σαφές αναπτυξιακό αποτύπωμα, το οποίο όμως παραμένει «κολλημένο» στους γραφειοκρατικούς διαδρόμους, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα και χωρίς πειστικές εξηγήσεις για την παρατεταμένη αυτή στασιμότητα.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο προκλητική αν ληφθεί υπόψη ότι η συγκεκριμένη επένδυση εντάσσεται στο θεσμοθετημένο πλαίσιο των Ενεργειακών Κοινοτήτων.
Είναι ένα εργαλείο που δημιουργήθηκε ακριβώς για να επιτρέπει σε συλλογικούς φορείς, όπως οι ΤΟΕΒ, να παράγουν φθηνή ενέργεια για ιδία χρήση, σπάζοντας την εξάρτηση από την ακριβή αγορά. Κι όμως, αυτή η δυνατότητα παραμένει στην πράξη ανενεργή.
Εδώ το ερώτημα παύει να είναι τεχνικό και γίνεται αμιγώς πολιτικό: «Πρόκειται απλώς για αδράνεια και γραφειοκρατική ανικανότητα ή για μια σιωπηρή σύγκρουση συμφερόντων;»
Μήπως κάποιοι λειτουργούν ανασταλτικά σε κάθε πρωτοβουλία που μειώνει το ενεργειακό κόστος και διαταράσσει παγιωμένες ισορροπίες; Όταν έργα με ξεκάθαρο κοινωνικό και παραγωγικό όφελος λιμνάζουν επί χρόνια, η καθυστέρηση παύει να είναι ουδέτερη και μετατρέπεται σε συνειδητή επιλογή.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους ΤΟΕΒ ή τους αγρότες του Δήμου Μεσολογγίου. Αφορά το αν η Πολιτεία αντιλαμβάνεται τον πρωτογενή τομέα ως πυλώνα ανάπτυξης ή ως μια δεξαμενή που απλώς «αντέχει» να επιβαρύνεται μέχρι εξαντλήσεως.
Σε μια εποχή που η ενεργειακή μετάβαση διαφημίζεται ως εθνική προτεραιότητα, η αδυναμία αξιοποίησης των Ενεργειακών Κοινοτήτων αποκαλύπτει ένα βαθύ χάσμα ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις.
Αν υπάρχει πραγματική πρόθεση να στηριχθεί ο αγροτικός κόσμος, τέτοια έργα δεν επιτρέπεται να «σέρνονται» επί χρόνια. Διαφορετικά, η άρδευση θα συνεχίσει να λειτουργεί όχι ως εργαλείο ανάπτυξης, αλλά ως ένας μηχανισμός στραγγαλισμού της παραγωγής, απομακρύνοντας κάθε έννοια βιώσιμης προοπτικής για τον τόπο μας.
Δημήτρης Μαλαβέτας





