Γράφει ο Γιώργος Παναγιωτόπουλος
Καθηγητής
Αντιπρύτανης Πανεπιστημίου Πατρών
Η Σύνοδος των δημόσιων πανεπιστημίων ολοκλήρωσε τις τετραήμερες εργασίες της στη Σάμο, με τη φιλοξενία του πολυνησιωτικού Πανεπιστημίου Αιγαίου. Ο τόπος της Συνόδου είχε ιδιαίτερη σημασία. Το Πανεπιστήμιο Αιγαίου εκφράζει με καθαρό τρόπο την περιφερειακή, νησιωτική και εθνική διάσταση της ανώτατης εκπαίδευσης. Υπενθυμίζει συνάμα ότι ο ακαδημαϊκός χάρτης της χώρας αποτελεί πεδίο στρατηγικής ευθύνης για την ανάπτυξη, τη συνοχή, την επιστημονική πρόοδο και τη σχέση του δημόσιου πανεπιστημίου με την κοινωνία.
Η συζήτηση για τον ακαδημαϊκό χάρτη θα έπρεπε βέβαια να βρίσκεται σταθερά στον πυρήνα του δημόσιου διαλόγου για την ανώτατη εκπαίδευση. Η δημογραφική πίεση, η διεθνοποίηση, η λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων, η τεχνητή νοημοσύνη, η αναδιάταξη των επιστημονικών πεδίων και οι διαφορετικές ανάγκες των περιφερειών δημιουργούν ένα νέο περιβάλλον, μέσα στο οποίο τα δημόσια πανεπιστήμια καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τον ρόλο τους στην Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας. Παρά τη σημασία του, το ζήτημα αυτό δεν τέθηκε ως διακριτό θέμα στην ημερήσια διάταξη της Συνόδου. Η απουσία του δείχνει πόσο αναγκαίο είναι να ανοίξει εγκαίρως μια οργανωμένη και ουσιαστική συζήτηση, με καθαρή στρατηγική, έγκαιρες αποφάσεις και κοινή αίσθηση ευθύνης απέναντι στο μέλλον του δημόσιου πανεπιστημίου.
Σε αυτή τη συγκυρία έντονων μεταβολών, η συζήτηση για τη στελέχωση, την ανανέωση και τη συνέχεια του ακαδημαϊκού προσωπικού αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Γι’ αυτό και η συζήτηση που άνοιξε στη Σύνοδο για την επαναφορά της βαθμίδας του Λέκτορα έχει ουσιαστική σημασία. Πρόκειται για ώριμο θέμα, άμεσα συνδεδεμένο με τη λειτουργία των ΑΕΙ και με την ανάγκη να υπάρξει ξανά μια καθαρή εισαγωγική βαθμίδα μελών ΔΕΠ.
Η απουσία αυτής της βαθμίδας έχει αφήσει εμφανές κενό στην είσοδο νέων επιστημόνων στο διδακτικό και ερευνητικό έργο των τμημάτων. Στερεί από τα ιδρύματα έναν κρίσιμο μηχανισμό ακαδημαϊκής ανανέωσης και από τους νέους επιστήμονες μια ορατή διαδρομή εξέλιξης μέσα στο δημόσιο πανεπιστήμιο.
Μετά τον ν. 4009/2011, ο Λέκτορας έπαψε ουσιαστικά να λειτουργεί ως εισαγωγική βαθμίδα μελών ΔΕΠ. Η εξέλιξη αυτή συμπίεσε την ακαδημαϊκή πορεία. Μεταξύ του νέου διδάκτορα ή μεταδιδάκτορα και της πρώτης εισαγωγικής βαθμίδας εξέλιξης, του Επίκουρου Καθηγητή, δημιουργήθηκε μια ζώνη αβεβαιότητας, όπου σημαντικό επιστημονικό δυναμικό παραμένει για χρόνια σε προσωρινές, αποσπασματικές ή ερευνητικά εξαρτημένες μορφές απασχόλησης. Το πανεπιστήμιο αξιοποιεί συχνά αυτό το δυναμικό, δίχως να του προσφέρει πάντοτε μια καθαρή ακαδημαϊκή διαδρομή.
Η επανασύσταση της βαθμίδας μπορεί να αποκαταστήσει την στρέβλωση του «κενού» και να ξαναδώσει την φυσική αφετηρία. Ο Λέκτορας, ως μέλος ΔΕΠ, θα εντάσσεται στο πανεπιστήμιο με διδακτικό έργο, ερευνητική παρουσία, ακαδημαϊκή ευθύνη και δυνατότητα εξέλιξης. Θα συμμετέχει στη ζωή του τμήματος, θα στηρίζει τα γνωστικά αντικείμενα, θα ενισχύει τα εργαστήρια και θα διαμορφώνει την ακαδημαϊκή του φυσιογνωμία μέσα στο φυσικό περιβάλλον της διδασκαλίας και της έρευνας.
Η ανάγκη αυτής της βαθμίδας γίνεται ακόμη πιο καθαρή μέσα από τον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται σήμερα η γνώση. Τα πανεπιστήμια καλούνται να ενσωματώσουν νέα αντικείμενα, να ανανεώσουν τα προγράμματα σπουδών, να συνδέσουν παλαιότερα επιστημονικά πεδία με σύγχρονες μεθόδους και να αξιοποιήσουν νέες ερευνητικές διαδρομές. Η τεχνητή νοημοσύνη, η κλιματική μετάβαση, οι ψηφιακές ανθρωπιστικές επιστήμες, η βιοηθική, η κυβερνοασφάλεια, η πολιτιστική τεχνολογία, η δημιουργική οικονομία, η δημόσια πολιτική και η βιώσιμη ανάπτυξη, είναι κάποιοι τομείς που δείχνουν πόσο γρήγορα μετασχηματίζεται το ακαδημαϊκό περιβάλλον. Σε αυτή τη μετάβαση χρειάζονται επιστήμονες με γνώση, ερευνητική ενέργεια και νέες προσεγγίσεις.
Η διεθνής εμπειρία επιβεβαιώνει τη σημασία των πρώιμων ακαδημαϊκών βαθμίδων. Με διαφορετικές ονομασίες και θεσμικές παραδόσεις, τα ακαδημαϊκά συστήματα διατηρούν διαδρομές οργανωμένης εισόδου στην ακαδημαϊκή ζωή. Η Ελλάδα χρειάζεται μια αντίστοιχη λύση, προσαρμοσμένη στη δική της ακαδημαϊκή αρχιτεκτονική. Η βαθμίδα του Λέκτορα μπορεί να υπηρετήσει αυτόν τον σκοπό με τρόπο θεσμικά καθαρό και ακαδημαϊκά λειτουργικό.
Η άμεση διευθέτηση του ζητήματος έχει πλέον και πολιτική σημασία. Η πολιτεία καλείται να αντιληφθεί την εσωτερική συγκρότηση του δημόσιου πανεπιστημίου ως μέρος της εθνικής στρατηγικής για τη γνώση. Η εξωστρέφεια, η καινοτομία και η διεθνής ανταγωνιστικότητα των ΑΕΙ προϋποθέτουν ανθρώπινο δυναμικό, θεσμικές διαδρομές, δυνατότητα ανανέωσης και εμπιστοσύνη στους νέους επιστήμονες. Κάθε σοβαρή πολιτική για την ανώτατη εκπαίδευση οφείλει να ξεκινά από τη δομή, τη συνέχεια και την ποιότητα του ακαδημαϊκού προσωπικού.
Η επαναφορά της βαθμίδας του Λέκτορα δίνει στα τμήματα μεγαλύτερη δυνατότητα σχεδιασμού, διευκολύνει την ανανέωση των γνωστικών αντικειμένων και δημιουργεί καθαρότερη προοπτική για επιστήμονες που θέλουν να παραμείνουν ή να επιστρέψουν στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Παράλληλα, ενισχύει τη διδασκαλία και την έρευνα με ανθρώπους που βρίσκονται σε ιδιαίτερα παραγωγική φάση της επιστημονικής τους συγκρότησης.
Η Σύνοδος των Πρυτάνεων άνοιξε ένα θέμα που χρειάζεται άμεση συνέχεια. Η επανασύσταση της βαθμίδας του Λέκτορα αποτελεί ώριμη θεσμική επιλογή, απαντά σε πραγματική ανάγκη και ενισχύει τη δυνατότητα του δημόσιου πανεπιστημίου να οργανώσει με πιο καθαρό τρόπο την είσοδο νέων επιστημόνων στην ακαδημαϊκή ζωή.
Η σχετική ρύθμιση πρέπει να προχωρήσει άμεσα. Η σημασία της δεν εξαντλείται στη θεσμική οργάνωση των ΑΕΙ. Στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα εμπιστοσύνης στη νέα γενιά επιστημόνων και αναγνωρίζει ότι οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν κρίσιμο μέρος της μελλοντικής συγκρότησης του ελληνικού πανεπιστημίου. Σε μια χώρα που έχει ανάγκη να κρατήσει και να αξιοποιήσει το επιστημονικό της δυναμικό, η επαναφορά του Λέκτορα είναι πράξη ακαδημαϊκής συνέχειας, θεσμικής ωριμότητας και ευθύνης απέναντι στο μέλλον του δημόσιου πανεπιστημίου.
*Το παρόν άρθρο αποτυπώνει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις του συντάκτη, οι οποίες δεν εκφράζουν και δεν αντιπροσωπεύουν, σε καμία περίπτωση, το Πανεπιστήμιο Πατρών

